Imagini ale paginilor

MACBETH. ACT 1. Sc. 7.

Macb. We will proceed no further in this business. He hath honour'd me of late; and I have bought Golden opinions from all sorts of people, Which would be worn now in their newest gloss, Not cast aside so soon. Lady M.

Was the hope drunk
Wherein you dress’d yourself? hath it slept since ?
And wakes it now, to look so green and pale
At what it did so freely? From this time,
Such I account thy love. Art thou afear'd
To be the same in thine own act and valour,
As thou art in desire ? Would'st thou have that
Which thou esteem’st the ornament of life,
And live a coward in thine own esteem;
Letting “I dare not” wait upon “I would,”
Like the poor cat i' the adage ?

Pr’ythee, peace!
I dare do all that may become a man!
Who dares do more, is none.

What beast was it, then,
That made you break this enterprise to me?-
When you durst do it, then you were a man;
And, to be more than what you were, you would

Lady M.


ΜΑ. Ου πλέον προβησόμεσθα πράγματος τούτου, γύναι:

Κείνος αρτίως μ' ετίμασ'· ήδ' έγωγή απάντοθεν χρυσέαν τιν' ημπόληκα δόξαν, ήν ασκεϊν πρέπει νύν, έως το σχήμα λαμπρόν, μήδ' έτ' ανθούσαν νέον

ευθέως ούτω πρόεσθαι. ΓΥ.

Μών κάτοικος ήν άρα 5 ελπίς ήν τότ' αμφοβάλλου; καθ' ύπνω κοιμωμένη, του θράσους απαλλαγείσα, νύν άρ' εξεγείρεται, κάπί τούς πρόσθεν τοσαύτης μετ' αρετής ειργασμένους ωχρότητήμειψε χροιάς; τοίον ούν πεφύκεναι σέθεν έγωγ' έρωτα κρίνω. Προς θεών, ούκουν φοβεί δεικνύναι σαυτόν μεν οδος ήσθ' αεί προθυμία, τοΐον εις έργων άμιλλαν , άρα τώνδ' εφίεσαι αν βίω κάλλιστα κρίνεις και είθ' υποπτήξας κάθη, φανερός ούτως εξελέγχθεις δειλός ως είης φύσιν, αιεν δς γ' έας έπεσθαι τω ποθεϊν το δεδιέναι, 15

ως ύδωρ γαλή φοβείται, καίπερ επιθυμούσ' άγρας ; MA. Έα:

[εγώ--πάνθ' όσανδρί δρών προσήκει, πρώτος αν τολμώμ'

ος πέρα τούτων προβαίνει, θήρ τις, ουκ ανήρ έφυ. ΓΥ. Η τότ' ήν τι θηρίωδες άρα κάν σαύτου φρεσιν,

εύτε μετέδωκας το πρώτον τώνδε μοι κοινωνίαν ; 20 ουμένουν· ανήρ τότ' ήσθα, τώνδ' ότ' ουκ είχεν σ' όκνος: κεί τετολμηκώς τι μείζον ήσθα, θηρός αν φύσιν

ν. 3. πένητα ναίειν, δόξαν ήμποληκότα. Εur.

Be so much more the man. Nor time, nor place,
Did then adhere, and yet you would make both:
They have made themselves, and that their fitness now
Does unmake you. I have given suck, and know
How tender 'tis to love the babe that milks me:
I would, while it was smiling in my face,
Have pluck'd my nipple from his boneless gums,
And dash'd the brains out, had I so sworn, as you
Have done to this.


If we should fail

Lady M. We fail !
But screw your courage to the sticking-place,
And we'll not fail. When Duncan is asleep,
(Whereto the rather shall his day's hard journey
Soundly invite him,) his two chamberlains
Will I with wine and wassel so convince,
That memory, the warder of the brain,
Shall be a fume, and the receipt of reason
A limbeck only. When in swinish sleep
Their drenched natures lie, as in a death,
What cannot you and I perform upon
The unguarded Duncan? what not put upon
His spungy officers ? who shall bear the guilt
Of our great quell.

Bring forth men-children only! ουδαμώς έχων έδειξας, αλλ' έτ' ανδρείας πλέον. και γάρ ού τόπος τότ' ουδεν, ούτε καιρός, ωφέλει αλλά μην όμως έμελλες καν βία προσαρμόσαι. 25 ήν ιδού και σοι πάρεισιν-τούτο δ' αυ το ξύμφορον νυν σε μεν τίθησάνανδρον, και σθένος λύει το πρίν. τέκν' εγώ ποτεξέθρεψα, και παθούσεπίσταμαι αμφί παιδ' έλκοντα μαστόν ως έρως έστιν γλυκύς: αλλ' έγωγή, έως έκειτο προσγελών μ' εν αγκάλαις, νηπίου τίτθην όμως αν εκ στόματος απέσπασα, κείς πέδον ρίψασ', έφυρον ούδας αυθέντη φόνω

είπερ ώδ' όρκους μεγίστοις, ως σύ νύν, έδησάμην. MA. Μή νυν εκ τούτων σφαλώμεν– ΓΥ.

μη σφαλώμεν, εκφοβεί; σύγε μόνον ψυχήν επαίρειν εστ' αν εμπέδως έχη, 35 κού σφαλησόμεσθ' ύπνω γάρ ο βασιλεύς όταν κλιθή, (εμπεσείν γάρ εικός έστιν υπό μακράς οδού βαθύν) δ' εγώ μέθη ταράξω διπτύχων οπαόνων νούν, ίν' η μνήμη, πάροιθεν ήτις ήν φρενών φύλαξ, αιθέρος δίκην άφαντος ή σκιάς οιχήσεται 40 καυτό της ψυχής μέλαθρον, άγγος ως τετρημένον, μηδέν αν σώζειν δύναιτο καθ' όταν χοίρων δίκην κείμενοι τύχωσ', επ' ουδας θανασίμοι πεπτωκότεςποίον έσθ' ο μη δυναίμεθ' έργμα λυμαντήριον κείνον αν δράσαι κλιθέντα και ποια μη καθύβρισαι 45 προσπόλους βρεχθέντας, οισιν αιτία προσθήσεται

τήσδε γε φθοράς μεγίστης. MA.

Παιδας άρσενας μόνον,

ν. 29. ης πρώτα μαστον είλκυσα. Εur. Pheniss.

For thy undaunted mettle should compose
Nothing but males. Will it not be receivid,
When we have mark'd with blood those sleepy two
Of his own chamber, and used their very daggers,
That they have done 't?
Lady M.

Who dares receive it other?
As we shall make our griefs and clamour roar
Upon his death.

I am settled, and bend up Each corporal agent to this terrible feat. Away! and mock the time with fairest show: False face must hide what the false heart doth know.


OTHELLO. ACT 1. Sc. 2.

Oth. And, till she come, as truly as to Heaven I do confess the vices of my blood, So justly to your grave ears I'll present How I did thrive in this fair lady's love, And she in mine.

Duke. Say it, Othello.

Oth. Her father loved me; oft invited me;
Still question’d me the story of my life,
From year to year; the battles, sieges, fortunes,
That I have pass'd.
I ran it through, even from my boyish days,
To the very moment that he bade me tell it:
Wherein I spoke of most disastrous chances,

« ÎnapoiContinuați »